βυσσόθεν

βυσσόθεν, Adv.
A from the bottom of the sea, S.Ant.590; of a river, Call.Del.127;

κινήσασα β. γνώμην Babr.95.49

, cf. Eratosth.Fr.36.4: metaph., fundamentally, Plot.6.5.12; from the depths of the heart,

β. οἰμωγή Opp.H.4.17

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βυσσόθεν — επίρρ. (Α) [βυσσός] 1. από τον βυθό της θάλασσας 2. από τα βάθη της καρδιάς …   Dictionary of Greek

  • βυσσόθεν — from the bottom indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • CUPIDO — Amoris Deus, quem Hesiodus natum vult ex Chao et Terra, Simonides ex Marte et Venere, Arcesilaus ex nocte et Aethere, Alcaeus ex Lite et Zephyro, Sappho ex Venere et Caelo, Seneca ex Venete et Vulcano. Quidam ex sola Venere prognatum tradunt,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • βυθός — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 980 μ., 184 κάτ.) στην πρώην επαρχία Βοΐου του νομού Κοζάνης. Βρίσκεται προς τα ΝΔ του νομού, στις νοτιοανατολικές πλαγιές του Βοΐου όρους. Υπάγεται στην κοινότητα Πενταλόφου. Παλαιότερα (έως το 1928) ονομαζόταν Ντόλος. *… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.